Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

mountain man


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο mountain παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: man
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mountain n(natural elevation of land)βουνό ουσ ουδ
 (επίσημο)όρος ουσ ουδ
 The Alps are some of the most impressive mountains.
 Οι Άλπεις συγκαταλέγονται ανάμεσα στα πιο εντυπωσιακά βουνά.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το καλοκαίρι θέλει να επισκεφτεί το Άγιο Όρος.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mountain nfigurative (large amount of [sth](μτφ, καθομιλουμένη)βουνό ουσ ουδ
 The agricultural policy created a surplus butter mountain.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Τα παιδιά έπαιζαν στον κήπο και λερώθηκαν και τώρα τα άπλυτα σχηματίζουν βουνό στο πάτωμα.
mountain nfigurative, informal (heap of [sth](μεταφορικά, ανεπίσημο)βουνό ουσ ουδ
 The child complained when his mother gave him a mountain of peas.
 Το παιδί γκρίνιαξε, όταν η μητέρα του του έβαλε ένα βουνό αρακά.
mountain n as adj(of or relating to mountains)βουνίσιος επίθ
  ορεινός επίθ
  του βουνού περίφρ
 The tourists admired the mountain scenery.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
Bernese mountain dog n(Swiss dog breed)ορεινός σκύλος Βέρνης φρ ως ουσ αρσ
 (ράτσα)Μπερνίζ ουσ αρσ άκλ
cowberry,
lingonberry,
mountain cranberry,
lowbush cranberry
n
(creeping shrub)βακκίνιο ουσ ουδ
cowberry,
lingonberry,
mountain cranberry
n
(a red berry)βακκίνιο ουσ ουδ
king of the mountain nfigurative (person: best at [sth])ο καλύτερος, ο κορυφαίος άρθ ορ + επίθ
 (μεταφορικά)ο βασιλιάς του έκφρ
 Steve has worked long and hard to be king of the mountain.
make a mountain out of a molehill v exprfigurative (exaggerate a trivial problem) (μεταφορικά)κάνω την τρίχα τριχιά έκφρ
 (καθομιλουμένη: με κινήσεις χεριών)κάνω το τόσο τόσο έκφρ
Mountain Ash,
mountain ash
n
(variety of tree) (βοτανική)σόρβος των πτηνών, σόρβος των ορνιθοθηρών έκφρ
 (λόγιο: βοτανική)όα των ορνιθοθηρών, όη των ορνιθοθηρών, ούη των ορνιθοθηρών έκφρ
Σχόλιο: Πρόκειται για εξωτικό είδος δέντρου, γνωστό για την εξαιρετική ποιότητα ξύλου του καθώς και για τον κόκκινο καρπό του, ο οποίος χρησιμοποιείται ως δόλωμα για την αιχμαλώτιση πουλιών.
 Mountain Ash is a beautiful tree with its red berries but it makes a mess on the pavement.
 Η σόρβος των πτηνών είναι ένα όμορφο δέντρο με κόκκινους σαρκώδεις καρπούς, αλλά λερώνει το πεζοδρόμιο.
mountain bike n(dirt bike, off-road cycle)ποδήλατο για χρήση εκτός δρόμου ουσ ουδ
 The wheels of a mountain bike have wide rims for better grip.
mountain biking n(activity: riding mountain bike)ορεινή ποδηλασία επίθ + ουσ θηλ
 This terrain is too muddy for mountain biking.
mountain boarding n(type of extreme skateboarding)mountain boarding ουσ ουδ άκλ
Σχόλιο: Είναι ξενικό.
mountain chain (geology)οροσειρά ουσ θηλ
mountain climber n([sb] who scales mountains)ορειβάτης ουσ αρσ
mountain climbing n(mountaineering)ορειβασία ουσ θηλ
 Mont Blanc is one of the most popular destinations for mountain climbing.
mountain dew n(alcohol produced illegally; moonshine)παράνομο οινοπνευματώδες ποτό περίφρ
mountain goat n(animal) (επίσημο)Oreamnos americanus φρ ως ουσ ουδ
 (πιο γενικά)αγριοκάτσικο ουσ ουδ
mountain lion n(wild cat: puma, cougar)πάνθηρας ουσ αρσ
  κούγκαρ, πούμα ουσ ουδ άκλ
Σχόλιο: κούγκαρ, πούμα: ξενικό, άκλιτο
 At dusk, the mountain lion stalks its prey.
mountain pass n(route through a mountain range) (κυριολεκτικά)στενωπός ουσ θηλ
 (παλαιό)κλεισούρα ουσ θηλ
 (πιο γενικά)πέρασμα ανάμεσα σε βουνά φρ ως ουσ ουδ
mountain peak n(summit or tip of a mountain)βουνοκορφή ουσ θηλ
mountain range n(series or chain of mountains)οροσειρά ουσ θηλ
 The Andes are the longest mountain range in the world.
mountain sheep ninvariable (wild sheep in mountainous area)αγριοκάτσικα ουσ ουδ πλ
mountain sickness n(illness caused by being at high altitude)ναυτία που προκαλεί το μεγάλο υψόμετρο ουσ θηλ
Mountain Standard Time n(7 hours behind Greenwich Mean Time) (ζώνη ώρας)τυπική ορεινή ώρα φρ ως ουσ θηλ
mountain stream n(brook in a hilly area)βουνίσιο ρυάκι επίθ + ουσ ουδ
 (πιο μεγάλο)βουνίσιο ποτάμι επίθ + ουσ ουδ
 (ξερό το καλοκαίρι)βουνίσιος χείμαρρος επίθ + ουσ αρσ
mountain system n(chain of mountain ranges)οροσειρά ουσ θηλ
  ορεινό σύστημα φρ ως ουσ ουδ
 The Alps are a relatively recent mountain system in south-central Europe.
Mountain Time n(time of mountain states in US)ζώνη ώρας Mountain Time
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Charles arrived in Denver a little after 11 o' clock Mountain Time.
mountaineering n(sport: climbing mountains)ορειβασία ουσ θηλ
  αλπινισμός ουσ αρσ
 Many of my friends enjoy mountaineering, but I'm more of a cyclist.
MST ninitialism (Mountain Standard Time) (ζώνη ώρας)MST ουσ θηλ άκλ
Sugar Loaf Mountain,
Sugarloaf Mountain
n
(mountain in Rio de Janeiro)Πάο ντε Ασούκαρ ουσ ουδ άκλ
viscacha,
mountain viscacha
n
(Andean rodent)είδος τσιντσιλίδας της Νοτίου Αμερικής
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mountain man στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «mountain man».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!